ἦθος

τὸ ἦθος, υος нрав, характер (ср. τὰ ἠθικά этика)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἦθος" в других словарях:

  • ἦθος — an accustomed place neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ήθος — το (AM ἦθος) 1. το σύνολο τών ψυχικών ιδιοτήτων ενός ατόμου, ο χαρακτήρας του, η ψυχική του καλλιέργεια, το ηθικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται, ο ψυχικός του κόσμος 2. στον πληθ. τα ήθη ο τρόπος τής ζωής ατόμων ή λαών, τα έθιμα τους που απορρέουν… …   Dictionary of Greek

  • ήθος — το ους, γεν. πληθ. ηθών 1. ηθικό ποιόν, ηθικότητα, εσωτερική καλλιέργεια: Ανώτερο ήθος. – Διαμόρφωση ήθους. 2. στον πληθ., ήθη οι αντιλήψεις ενός λαού για την κοινωνία και η ηθική συμπεριφορά, που διαμορφώνεται από τις παραδόσεις του:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ήθος — [итос] ουσ. о. нрав, характер …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Πάρνης — ηθος, η, ΝΜΑ, και Πάρνηθα Ν, και σπαν. ὁ, Α όρος τής Αττικής στα όρια της προς τη Μεγαριδα και τη Βοιωτία. [ΕΤΥΜΟΛ. Β. λ. Παρνασσός] …   Dictionary of Greek

  • ηθικός — ή, ό (AM ἠθικός, ή, όν) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο ήθος ή στην ηθική, κατ αντίθεση προς το ανήθικος και σε αντιδιαστολή προς το διανοητικός 2. αυτός που επιδρά στο ήθος ή στα ήθη («ηθική διδασκαλία») νεοελλ. 1. αυτός που είναι σύμφωνος… …   Dictionary of Greek

  • ETHE — inter opera Aristidis Theb. apud Plin. l. 35. c. 10. Is omnium primus antmum pinxit, et sensus omnes expressit, quos vocant Graeci Ethe: item perturbationes ex Graeco ἤθη. De qua voce sic Scalig. Poet. l. 3. c. 1. Η῏θος qualiscunqne affectio est …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ἤθε' — ἤθεο , ἔθω to be accustomed imperf ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἤ̱θεα , ἦθος an accustomed place neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἤ̱θει , ἦθος an accustomed place neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἤ̱θεϊ , ἦθος an accustomed place neut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liste griechischer Phrasen/Eta — Eta Inhaltsverzeichnis 1 Ἡ ἀνάπαυσις τῶν πόνων ἐστὶν ἄρτυμα …   Deutsch Wikipedia

  • ηθοποιός — Εκείνος που ερμηνεύει ή αυτοσχεδιάζει μια θεατρική δράση όπου υποδύεται ένα πρόσωπο. Ερμηνευτής είναι ο η. που χρησιμοποιεί τα λόγια άλλων, δηλαδή ενός γραπτού κειμένου που έχει αυτόνομη λογοτεχνική αξία· αυτοσχεδιαστής είναι ο η. που παραμερίζει …   Dictionary of Greek

  • Ethology — Not to be confused with ethnology. Animal Behavior redirects here. For the journal, see Animal Behaviour (journal). For the Praxis single, see Transmutation (Mutatis Mutandis). Part of a series on …   Wikipedia

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.